Ανάμεσα στα δόντια της παγίδας
Πόδι άσπρης αλεπούς
Κι αίμα στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Ίχνη στο χιόνι
Ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει με τα τρία της πόδια
Ενώ ο ήλιος βασιλεύει
Κι η αλεπού
Ένα λαγό στα δόντια της βαστάει
Ακόμα ζωντανό.
Η σαύρα
Η σαύρα της αγάπης
Πάλι τό' σκασε
Αφήνοντας στα δάχτυλά μου
Την ουρά της
Όμως αυτήν κι εγώ
Ήθελα να κρατήσω.
Ο Γάμος
Μια γυναίκα πέφτει σ΄ένα ποτάμι
Και το ποτάμι χύνεται σ΄έναν μεγάλο ποταμό
Ένας άντρας πέφτει σ' αυτόν τον ποταμό
Κι ο ποταμός πέφτει στη θάλασσα
Κι η θάλασσα με τη σειρά της στέλνει στη στεριά
Ένα σιρίτι αφρού
Και η λευκή δαντέλα των κυμάτων
Που λάμπει κάτω από του φεγγαριού το φως
Κι είν΄η δαντέλα αυτή το φόρεμα της νύφης-
Απλό γαμήλιο δώρο της μεγάλης θάλασσας.
Αίμα και φτερά
Κορυδαλέ της θύμησης
Το αίμα σου είναι που κυλά
Κι όχι το αίμα μου
Κορυδαλέ της θύμησης
Ωραίο νεκρό πουλί
Δεν έπρεπε να' ρθεις
Από το χέρι μου να φας
Σπόρους της λήθης.
Το υψηλό πρόσωπο και ο φύλακας άγγελος
Φρουρέ
Μείνε εδώ
Έξω απ' την πόρτα του οίκου
Και περιφρούρησε
Την υπόληψή μου
Εγώ ανεβαίνω επάνω
Με τις κυρίες
Πρέπει κανείς να διασκεδάζει και λιγάκι!
Ο λογαριασμός
Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Γκαρσόν, το λογαριασμό!
ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
Μάλιστα. (βγάζει μολύβι και σημειώνει.) Έχετε... δυο αυγά σφιχτά, ένα μοσχάρι, αρακά, σπαράγγια, μια μερίδα τυρί με βούτυρο, αμύγδαλα, καφέ κι ένα τηλεφώνημα.
Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Και τα τσιγάρα!
ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
(Αρχίζει να λογαριάζει.) Μάλιστα... Και τα τσιγάρα... Όλ' αυτά μας κάνουν...
Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Μην επιμένεις, φίλε μου, είναι ανώφελο, δεν πρόκειται να το καταφέρεις.
ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
!!!
Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
Δεν σου μάθανε στο σχολείο πως είναι μα-θη-μα-τι-κώς αδύνατο να προσθέσεις ανόμοια...πράγματα!
ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ
!!!
Ο ΠΕΛΑΤΗΣ
(Υψώνει τη φωνή του.) Τελοσπάνων, ποιον νομίζουν πως κοροϊδεύουν; Πραγματικά πρέπει κανείς νά' ναι εντελώς ηλίθιος για να τολμήσει καν να προσπαθήσει να προσθέσει ένα μοσχάρι με τσιγάρα, τσιγάρα με καφέ, καφέ με αμύγδαλα, σφιχτά αυγά με αρακά και αρακά μ' ένα τηλεφώνημα... Και γιατί όχι τον αρακά μ' έναν αξιωματικό της Λεγεώνος της Τιμής; (Σηκώνεται.) Όχι, φίλε μου, πίστεψέ με και μην επιμένεις και μην κουράζεσαι, δεν οδηγείσαι πουθενά, καταλαβαίνεις, πουθενά, δε φτάνεις ούτε καν σ' ένα πουρμπουάρ!
(Και βγαίνει παίρνοντας μαζί του την πετσετοθήκη χωρίς να πληρώσει τίποτε.)
Η σοφία των εθνών
Η Αθηνά κλαίει
Το δόντι τής σοφίας της μεγαλώνει
Κι ο πόλεμος ξαναρχίζει
Πάλι και πάλι
Ο μετεωρίτης
Ανάμεσα απ' τα κάγκελα της φυλακής
Περνάει σαν αστραπή
Ένα πορτοκάλι
Και πέφτει στο αποχωρητήριο
Σαν πέτρα.
Κι ο φυλακισμένος
Που ξαφνικά ραντίζεται από τις βρομιές
Φωτίζεται
Λάμπει από ευτυχία:
Νάτην που δε με ξέχασε
Πάντα με σκέφτεται
Εκείνη.
Η αποστολή
Ένας άνθρωπος μ' ένα κουτί
Μπαίνει στο μουσείο του Λούβρου
Κάθεται σ'έναν πάγκο
Εξετάζει το κουτί
Προσεκτικά
Το ανοίγει
Μ΄ένα ανοιχτήρι
Και βάζει
Επίσης προσεκτικά
Σίγουρος για τον εαυτό του
Το ανοιχτήριΠάνω στα βάτα
Μέσα στο κουτί
Το κλείνει
Μ' ένα ειδικό εργαλείο
Το ακουμπάει απαλά
Πάνω στον πάγκο
Και φεύγει
Ήρεμος και χαμογελαστός
Κουτσαίνοντας
Φτάνει στον Σηκουάνα
Εκεί
Τον περιμένα
Ένα πλοίο φορτηγό
Κάτασπρο
Ανεβαίνει τις σιδερένιες σκάλες
Της γέφυρας του πλοιάρχου
Κουτσαίνοντας
Κι ενώ ανεβαίνει
Εξετάζει το ειδικό εργαλείο
Χαμογελάει
Και το ρίχνει στον Σηκουάνα
Την ίδια στιγμή
Ακαριαία
Το πλοίο εξαφανίζεται.
μτφ: Γιάννης Βαρβέρης



